Η δικαιοσύνη στην εποχή του μονοπωλιακού καπιταλισμού

Η μεταρρύθμιση της δικαστικής εξουσίας μέσω ενός κατά τα φαινόμενα πιο δημοκρατικού συστήματος διορισμών νέων δικαστικών από τους ίδιους τους δικαστικούς, αποτελεί μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για ανασκόπηση του εδάφους πάνω στο οποίο η δικαστική εξουσία λειτουργεί και παράγει δίκαιο.

Ας μην διαφεύγει της προσοχής μας ότι η αφορμή για τις επιφαινόμενες αλλαγές, ήταν η αδιάσειστη και αδιάψευστη κατηγορία ότι ορισμένοι δικαστές και κάποιοι δικηγόροι, ενώ έχουν οι ίδιοι προσωπικό και προφανώς, οικονομικό συμφέρον με Οργανισμούς, πιο συγκεκριμένα μια Τράπεζα, δικάζουν και εκπροσωπούν υποθέσεις της ίδιας της Τράπεζας, μη εξαιρώντας τον εαυτό τους.

Υπενθυμίζω απλώς ότι ο Γενικός Εισαγγελέας κ. Κληρίδης σε γραπτή του δήλωση «επιβεβαιώνει ότι τρεις από τους πέντε δικαστές του Εφετείου έχουν τέκνα ή σύζυγο που εργοδοτούνται στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπούσε την Τράπεζα Κύπρου και στέλεχος της στην έφεση αρ. 423/17». Ακόμα ο κ. Κληρίδης υπέγραφε στη δήλωση του ότι «στενά συγγενικά πρόσωπα του Προέδρου του Εφετείου και του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η ψήφος του οποίου και έκρινε την αθωωτική έκβαση της υπόθεσης υπέρ της Τράπεζας, ήτοι θυγατέρα και αδελφή του, είχαν τύχει του οφέλους μιας συμβιβαστικής εξώδικης διευθέτησης αγωγών που είχαν κινήσει εναντίον της Τράπεζας». Στην Οικουμενική Διακήρυξη για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα προνοείται ότι «όλοι είναι ίσοι απέναντι στον νόμο και έχουν δικαίωμα σε ίση προστασία του νόμου, χωρίς καμία απολύτως διάκριση». Με βάση τα πιο πάνω, ορισμένοι Οργανισμοί είναι ίσοι μόνο μεταξύ τους.

Από την αρχή πρέπει να αναγνωριστεί ότι οι δικαστές και δευτερευόντως οι δικηγόροι, όπως όλοι οι πολίτες, πολιτικοί και άλλοι, είναι φυσιολογικό να διαθέτουν οικονομικές και άλλες σχέσεις με τραπεζικά ιδρύματα. Δεν διαβιούν πέραν και έξω από την κοινωνία. Δεν έχουν ανώτερες δυνάμεις να παραμένουν σε αποστειρωμένο περιβάλλον. Το τελευταίο επιδρά πάνω τους όπως και οι ίδιοι ως φορείς εξουσίας μπορούν να επιδράσουν. Πόσο μάλλον στην εποχή του μονοπωλιακού καπιταλισμού, όπου μια χούφτα τραπεζικών μονάδων είναι σε θέση να ρυθμίζουν σημαντικό μέρος των κοινωνικών σχέσεων που αναπτύσσονται. Με την καπιταλιστική κρίση, τις μνημονιακές και μεταμνημονιακές δεσμεύσεις της Κύπρου στο έδαφος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, έχει κορυφωθεί μια γενικευμένη αναδιανομή του πλούτου ο οποίος συγκεντρώνεται στα μονοπώλια (τράπεζες, βιομήχανους, funds). Προβάλλει τώρα επιτακτικά η υπόσχεση των κυρίαρχων ελίτ για μεταφορά της επίλυσης των ενυπόθηκων χρεών των χρεωστών σε οργανισμούς που ήδη διευθετούν την είσπραξη και πώληση τους, ώστε το εγχείρημα της συγκέντρωσης του πλούτου στη χρηματιστική ολιγαρχία να είναι αποτελεσματικό και κερδοφόρο.

Το μεγάλο αυτό κοινωνικό θέμα προκαλεί αλυσιδωτές επιδράσεις, αφού ανακατανέμεται ο πλούτος από τη μια (κλείνουν επιχειρήσεις, εισάγονται νέοι αρνητικοί όροι εργασίας), ενώ από την άλλη οι χρεώστες τίθενται κάτω από ασφυκτικές μυλόπετρες, τη στιγμή μάλιστα που μια μειοψηφία συνεχίζει να κερδίζει με διάφορους τρόπους. Δεν πρέπει να θεωρείται ασύνδετο με τη σημερινή κατάσταση το γεγονός ότι το ιδιωτικό χρέος δημιουργήθηκε γιατί οι Τράπεζες δάνειζαν στη βάση μιας στρατηγικής για να κερδίσουν, ικανοποιώντας σύνθετα και διαπλεκόμενα συμφέροντα βιομηχάνων, ξενοδόχων και κτηματιών γης και εκμεταλλευόμενες λαϊκές και καταναλωτικές ανάγκες. Ας μην διαφεύγει της προσοχής επίσης, ότι το δημόσιο χρέος σε μεγάλο βαθμό είναι απότοκο της διάσωσης των ίδιων των τραπεζών από το κράτος.

Όπως σημειώνει η Γουέντι Μπράουν (2009), «υποθέσεις και ποικίλοι αγώνες, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων των κοινωνικών κινημάτων και των διεθνών εκστρατειών για τα ανθρώπινα δικαιώματα, οδηγούνται όλο και πιο συχνά ενώπιον των δικαστηρίων, όπου ειδικοί νομικοί επιδίδονται σε ασκήσεις και στρεψοδικίες επί πολιτικών αποφάσεων χρησιμοποιώντας μια τόσο ασαφή και περίπλοκη γλώσσα που δεν μπορεί να γίνει κατανοητή παρά μόνο από εξειδικευμένους νομομαθείς». Μέσα σε ένα τέτοιο περίγραμμα το άρθρο 10 το οποίο διαλαμβάνει ότι ο «καθένας έχει δικαίωμα, με πλήρη ισότητα, να εκδικάζεται η υπόθεσή του δίκαια και δημόσια, από δικαστήριο ανεξάρτητο και αμερόληπτο, που θα αποφασίσει είτε για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του είτε, σε περίπτωση ποινικής διαδικασίας, για το βάσιμο της κατηγορίας που στρέφεται εναντίον του» χάνει την αξία του από τις ίδιες τις συνθήκες επί του εδάφους.

Τέλος, όταν οι προσλήψεις στο δημόσιο γίνονται στη βάση πολλαπλών γραπτών εξετάσεων επί εξετάσεων, επιπρόσθετα των προφορικών, βιογραφικών και άλλων εργαλείων που υποχρεώνουν τον υποψήφιο να καταραστεί ορισμένες φορές τα χρόνια που σπούδασε, είναι τραγικό οι δικαστές να διορίζονται από δικαστές χωρίς γραπτές εξετάσεις.

Σας άρεσε το άρθρο; Διαδώστε το: