Η αντικομμουνιστική υστερία για το τείχος του Βερολίνου

Toυ ΦΑΝΗ ΠΑΡΡΗ*

Το τείχος του Βερολίνου χτίστηκε τον Αύγουστο 1961 και έπαψε να υπάρχει με την ανατροπή της Γερμανικής Λαοκρατικής Δημοκρατίας (ΓΛΔ) τον Νοέμβρη 1989. Στους μηχανισμούς της καπιταλιστικής προπαγάνδας το τείχος έχει χαρακτηριστεί ως «έγκλημα», ως «αίσχος», ως «Τείχος της Ντροπής» που χώριζε ένα έθνος, μια πόλη, οικογένειες κ.ο.κ. Σήμερα, με τη συμπλήρωση 30 χρόνων από την επικράτηση της αντεπανάστασης στη ΓΛΔ και την «Πτώση του Τείχους», η αντικομμουνιστική προπαγάνδα φουντώνει και θα φουντώσει ακόμα περισσότερο. Αλλωστε, το τελευταίο ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (19 Σεπτέμβρη 2019), το οποίο αποτελεί μνημείο ιστορικής παραχάραξης, στη θέση 14 προβλέπει και ανάλογες χρηματοδοτήσεις για την αντικομμουνιστική προπαγάνδα. Συγκεκριμένα, δεσμεύεται να παρέχει «ουσιαστική στήριξη τόσο σε σχέδια ιστορικής μνήμης και εορτασμού της μνήμης στα κράτη μέλη, όσο και στις δραστηριότητες της Πλατφόρμας Ευρωπαϊκής Μνήμης και Συνείδησης, και να διαθέσει επαρκή χρηματοδοτικά κονδύλια στο πλαίσιο του προγράμματος “Ευρώπη για τους πολίτες”, προκειμένου να στηρίξει την απότιση φόρου τιμής και τη μνήμη των θυμάτων του ολοκληρωτισμού».

Διαδήλωση διαμαρτυρίας στο Ανατολικό Βερολίνο, κατά της απόφασης της δυτικογερμανικής κυβέρνησης να θέσει εκτός νόμου το ΚΚ της ΟΔ Γερμανίας

Πού ακριβώς βρισκόταν το τείχος του Βερολίνου;

Σε πολλά αφιερώματα στο τείχος θα δει κανείς να δημοσιεύονται πληροφορίες που αφορούν το ύψος του (3,2 μ.), το μήκος του, το πάχος του, αλλά συνήθως λείπει μια κρίσιμη πληροφορία, η γεωγραφική του θέση.

Η συνειδητοποίηση της θέσης του Βερολίνου στη μεταπολεμική Γερμανία θα βοηθούσε τον καθένα, ανεξάρτητα από την άποψη που έχει για το σοσιαλισμό και τον καπιταλισμό, να σκεφτεί περί τίνος πρόκειται, θα συνέβαλλε να αποκαλυφθεί όλος αυτός ο αντικομμουνιστικός οχετός γύρω από το τείχος.

Το Βερολίνο βρισκόταν βαθιά μέσα στην εδαφική επικράτεια της ΓΛΔ. Συγκεκριμένα, το κέντρο του Βερολίνου απείχε 187 χιλιόμετρα από τα τότε σύνορα Ανατολικής – Δυτικής Γερμανίας, ενώ προς ανατολάς η απόσταση με τα πολωνικά σύνορα ήταν 82 χιλιόμετρα. Δηλαδή ο ιμπεριαλισμός κατάφερε με νύχια και με δόντια να ελέγξει το τμήμα μιας πόλης που βρισκόταν βαθιά στα ενδότερα μιας άλλης χώρας και ήταν πρωτεύουσά της.

Το ερώτημα είναι: Επρεπε αυτό το σύνορο να φυλάσσεται; Και ακόμα περισσότερο: Επρεπε να φυλάσσεται στις ιστορικές συνθήκες που προέκυψε καθώς εκεί διαχωρίζονταν δύο αντίθετα ταξικά συστήματα, το καπιταλιστικό της ΟΔΓ και το σοσιαλιστικό της ΓΛΔ, δύο διεθνείς ταξικά αντίθετοι στρατιωτικοί συνασπισμοί, το ΝΑΤΟ και το «Σύμφωνο της Βαρσοβίας»; Στο Δυτικό Βερολίνο οι Γερμανοί καπιταλιστές καθώς και η CIA και άλλες υπηρεσίες είχαν ρίξει χιλιάδες πράκτορες των μυστικών τους υπηρεσιών. Οπωσδήποτε είναι γεγονός ότι τα σύνορα μεταξύ ΟΔΓ και ΓΛΔ διαχώριζαν ένα έθνος. Αλλά το ερώτημα είναι: Εχει δικαίωμα ο λαός μιας χώρας να πετάξει τους καπιταλιστές εκμεταλλευτές από το σβέρκο του και να οικοδομήσει ένα νέο κοινωνικό οικονομικό σύστημα; Εδώ δεν μπορεί να υπάρξει μία απάντηση. Από τη σκοπιά της εργατικής τάξης είναι ΝΑΙ. Από τη σκοπιά των καπιταλιστών και του πολιτικού τους προσωπικού είναι ΟΧΙ. Επίσης αποτελεί απύθμενη υποκρισία όσων καταγγέλλουν σήμερα το τείχος, ενώ δεν τους καίγεται καρφί για το ισραηλινό τείχος στην Παλαιστίνη, για τη διχοτόμηση της Κύπρου. Και βέβαια, δεν τους καίγεται καρφί για τα ταξικά τείχη που υψώνονται καθημερινά στο εσωτερικό των χωρών τους, φράζοντας το μέλλον των λαών.

Σήμερα δυνάμεις που χρηματοδοτούν τις αντικομμουνιστικές καμπάνιες με αφορμή το τείχος είναι οι ίδιες που έχουν υποδαυλίσει τον εθνικισμό, το μίσος και έχουν επιβάλει με επεμβάσεις και πολέμους τη χάραξη νέων συνόρων, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα τη διάλυση της ενιαίας Γιουγκοσλαβίας. Επίσης ο ιμπεριαλισμός επέβαλε στρατιωτικά τη διχοτόμηση της Κορέας και – προσωρινά – του Βιετνάμ.

Αυτό λοιπόν που ήταν και είναι καρφί στο μάτι του ιμπεριαλισμού είναι το γεγονός ότι είχε υπάρξει τμήμα της Γερμανίας που προσπαθούσε να οικοδομήσει σοσιαλιστικές – κομμουνιστικές σχέσεις παραγωγής. Αυτό είναι που βαφτίζουν έγκλημα. Αλλωστε, όπως θα δούμε παρακάτω, τα πρώτα βήματα για τον διαχωρισμό της μεταπολεμικής Γερμανίας τα έκανε το ιμπεριαλιστικό στρατόπεδο, η αστική τάξη της Γερμανίας.

Η κοινή διοίκηση του Βερολίνου από τη Σοβιετική Ενωση, τις ΗΠΑ, τη Γαλλία και τη Βρετανία διαλύθηκε από τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις με την εισαγωγή διαφορετικού νομίσματος στη δυτική πλευρά της πόλης. Οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις και οι αρχές του Δυτικού Βερολίνου ξεκίνησαν τη συστηματική μετάλλαξη του Δ. Βερολίνου σε προγεφύρωμα του Ψυχρού Πολέμου

Οι δύο ταξικά αντίθετες Γερμανίες

Το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου βρήκε την αστική εξουσία σε ορισμένες χώρες να κλονίζεται. Σε αυτό συνέβαλε και η παρουσία του Κόκκινου Στρατού, ο οποίος από τη μία δημιουργούσε εμπόδια στην αναδιοργάνωση της αστικής εξουσίας και από την άλλη έδινε δυνατότητες για το πέρασμα της εξουσίας στα χέρια της εργατικής τάξης. Για παράδειγμα, στήριξε τη δήμευση και τη μετατροπή σε λαϊκή περιουσία των ιδιοκτησιών των μεγαλοαστών συνεργατών των ναζί που βαρύνονταν με εγκλήματα. Αυτή η δράση εμπεριέχονταν στις συμβατικές υποχρεώσεις της Συνθήκης του Πότσνταμ και ίσχυε και για τον βρετανικό, αγγλικό, αμερικανικό στρατό. Ομως μόνο η παρουσία του Κόκκινου Στρατού, από την ταξική του φύση, μπορούσε να εγγυηθεί την εφαρμογή της. Η παρουσία του Κόκκινου Στρατού δεν ήταν ο αποκλειστικός παράγοντας για την εσωτερική εξέλιξη σε κάθε χώρα. Για παράδειγμα, η Αυστρία απελευθερώθηκε από τον Κόκκινο Στρατό αλλά παρέμεινε στο καπιταλιστικό στρατόπεδο, ενώ η Αλβανία αποσπάστηκε από το καπιταλιστικό στρατόπεδο, παρόλο που δεν μπήκε ο Κόκκινος Στρατός στο έδαφός της. Ρόλο έπαιξε σε όλες τις χώρες ο εσωτερικός και διεθνής συσχετισμός δυνάμεων.

Η ΕΣΣΔ, ειδικά για τη Γερμανία, δεν έθεσε ποτέ ζήτημα διαμελισμού. Αντιθέτως, ο Στάλιν αντιστάθηκε σθεναρά στα πρώτα σχέδια του Τσόρτσιλ, ο οποίος μιλούσε για διαμοιρασμό της ηττημένης Γερμανίας μεταξύ των νικητριών δυνάμεων.

Η άνευ όρων συνθηκολόγηση της ναζιστικής Γερμανίας στις 9 Μάη 1945 οριοθετεί το τέλος του πολέμου για τη Γερμανία. Λίγο αργότερα συνθηκολόγησε και η Ιαπωνία. Στις 5 Ιούνη 1945, οι τέσσερις νικητές (ΕΣΣΔ, ΗΠΑ, Γαλλία, Βρετανία) υπέγραψαν τη «Διακήρυξη σχετικά με την Ηττα της Γερμανίας και την Ανάληψη της Ανώτατης Αρχής», σύμφωνα με την οποία η Γερμανία χωρίστηκε σε τέσσερις ζώνες κατοχής και το Βερολίνο σε τέσσερις τομείς. Από τις 9 Ιούνη εγκαθιδρύονται οι στρατιωτικές κυβερνήσεις των ζωνών κατοχής. Κάθε ένα από τα κράτη – νικητές είχε την ανώτατη εξουσία στο τμήμα της Γερμανίας που ήταν υπό τον έλεγχό του και στην αντίστοιχη ζώνη στο Βερολίνο μέχρι την επαναδημιουργία του ενιαίου γερμανικού κράτους.

Για ζητήματα τα οποία αφορούσαν ολόκληρη τη Γερμανία, αποφάσιζε το Συμμαχικό Συμβούλιο Ελέγχου, το οποίο αποτελούνταν από εκπροσώπους και των τεσσάρων δυνάμεων.

Από τις 17 Ιούλη μέχρι τις 2 Αυγούστου έλαβε χώρα στο Πότσνταμ, 26 χλμ. νοτιοδυτικά του Βερολίνου, η γνωστή Διάσκεψη, στην οποία πήραν μέρος οι ηγέτες της ΕΣΣΔ Ιωσήφ Στάλιν, των ΗΠΑ Χάρι Τρούμαν και της Αγγλίας Ουίνστον Τσόρτσιλ (ο οποίος αντικαταστάθηκε κατά τη διάρκεια από τον νέο πρωθυπουργό Κλέμεντ Ατλι, καθώς έχασε στις εκλογές στις 28 Ιούλη).

Στη Συνδιάσκεψη αυτή πάρθηκαν μια σειρά από κοινές αποφάσεις για την αποναζιστικοποίηση, την αποστρατικοποίηση, τις επανορθώσεις, την κατοχή και διοίκηση του γερμανικού κράτους και γενικά ζητήματα της μεταπολεμικής τάξης πραγμάτων στη Γερμανία. Ολα τα επιμέρους μέτρα υποτάσσονταν στον κεντρικό στόχο που έθεσε η Διάσκεψη, ο οποίος δεν ήταν άλλος από τη δημιουργία ενός ενιαίου γερμανικού, αποστρατιωτικοποιημένου, αποναζιστικοποιημένου, δημοκρατικά οργανωμένου κράτους. Τα αστικά κράτη δεν τήρησαν ούτε λέξη από αυτά που υπέγραψαν στο Πότσνταμ. Για παράδειγμα, ενώ στη Σοβιετική Ζώνη Κατοχής χιλιάδες στελέχη του ναζιστικού κρατικού μηχανισμού απομακρύνθηκαν από τις θέσεις τους, στις ζώνες κατοχής των καπιταλιστών οι χιλιάδες ναζιστές παρέμειναν στα σημεία – κλειδιά του κρατικού μηχανισμού και χιλιάδες αναβαθμίστηκαν. Οι σοβιετικές θέσεις για μια ενιαία και «αποναζιστικοποιημένη», «ειρηνική» Γερμανία μπορεί σήμερα να εγείρουν κριτική για ουτοπισμό, καθώς είναι αδύνατο ένα καπιταλιστικό κράτος να προσανατολιστεί σε ουδετερότητα απέναντι στο σοσιαλισμό και τον καπιταλισμό, ούτε μπορεί να υποδειχθεί σε αυτό το κράτος με ποια πρόσωπα θα στελεχώσει τον κρατικό του μηχανισμό. Επίσης, δεν μπορεί να υπάρξει ένα κράτος μισό καπιταλιστικό – μισό σοσιαλιστικό. Ομως, αυτές τις θέσεις για Γερμανία ουδέτερη και αποναζιστικοποιημένη τις υποστήριξαν οι κομμουνιστές και άλλες λαϊκές δυνάμεις της Ανατολικής Γερμανίας καθώς και η ΕΣΣΔ σχεδόν μέχρι το 1960.

Το Δυτικό Βερολίνο μέσα στην «καρδιά» της ΓΛΔ

«Η τριζωνία» – Ο ιμπεριαλισμός κάνει το πρώτο βήμα για διαχωρισμό της Γερμανίας

Ο καπιταλιστικός κόσμος από την πρώτη στιγμή με ταξικό κριτήριο διακήρυξε και διασφάλισε ώστε στο έδαφος που κατείχε στρατιωτικά να κατοχυρωθούν οι καπιταλιστικές σχέσεις ιδιοκτησίας, αδιαφορώντας αν θα διαιρεθεί η Γερμανία. Αυτό είναι εξηγήσιμο, απλώς υπογραμμίζει πόσο υποκριτική είναι η προπαγάνδα τους για τη διαιρεμένη Γερμανία.

Από το 1946 οι καπιταλιστικές δυνάμεις κατοχής της Γερμανίας διακήρυσσαν ανοιχτά την πρόθεσή τους για δημιουργία δύο γερμανικών κρατών. Στις 15 Σεπτέμβρη 1946, το υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ δημοσίευσε μία 37σέλιδη αναφορά για τις εξελίξεις στη Γερμανία και τη στάση της, όπου αναφέρεται: «Οι ΗΠΑ δεν μπορούν να αποδεχτούν καμία πιθανή κυριαρχούμενη από τους κομμουνιστές Γερμανία και ο στόχος μίας ουδέτερης Γερμανίας θα ετίθετο σε αμφισβήτηση από μία κυρίαρχη κομμουνιστική επιρροή (σ.σ. αν οι Σοβιετικοί έμπαιναν εμπόδιο στα σχέδια των Αμερικανών για οικονομική ένωση της Γερμανίας) (…) θα έπρεπε να συνεχίσουμε με την ένωση της Δυτικής Γερμανίας – με τους Βρετανούς και αν είναι εφικτό και με τους Γάλλους – και με την αποκατάσταση της οικονομίας σε αυτή την περιοχή. Αυτή η εναλλακτική θα σήμαινε τη διαίρεση της Γερμανίας σε ένα ανατολικό και ένα δυτικό κράτος»1.

Στην ίδια κατεύθυνση εκφράζονται ανοιχτά και οι Βρετανοί. Στη συνάντηση μεταξύ του Βρετανού υπουργού Εξωτερικών, Ernest Bevin, και του επικεφαλής της βρετανικής ζώνης κατοχής, John Hynd, στις 3 Απρίλη 1946 υπήρξε συμφωνία ότι δεν ήταν επιθυμητή η δημιουργία γερμανικής κεντρικής διοίκησης ή γερμανικής κυβέρνησης αν – όπως φοβόντουσαν – αυτές ήταν υπό κομμουνιστικό έλεγχο. Γι’ αυτό καλούσαν σε δημιουργία κυβέρνησης στη βρετανική ζώνη, η οποία στην πορεία θα ενωνόταν με τις υπόλοιπες δυτικές ζώνες, δημιουργώντας ένα συμπαγές αντισοβιετικό μπλοκ.2

Οι παραπάνω σκέψεις έγιναν πράξη λίγους μήνες αργότερα. Στις 2 Δεκέμβρη 1946, ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, J. Byrnes, και ο Αγγλος ομόλογός του, Ε. Bevin, παραβιάζοντας απροσχημάτιστα τις αποφάσεις του Πότσνταμ, υπέγραψαν συμφωνία για την ενοποίηση της αμερικανικής και της αγγλικής ζώνης κατοχής σε μία (την αποκαλούμενη και διζωνία). Στη συνέχεια προσχώρησε και η γαλλική ζώνη, δημιουργώντας μία συμπαγή ιμπεριαλιστική ζώνη (την αποκαλούμενη και τριζωνία), η οποία αποτέλεσε το πρόπλασμα για τη δημιουργία της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, δηλαδή της καπιταλιστικής Γερμανίας.

Το επόμενο βήμα της «τριζωνίας» ήταν η νομισματική μεταρρύθμιση της 20ής Ιούνη 1948, οπότε το παλιό μάρκο (ράιχσμαρκ) αντικαταστάθηκε από το Γερμανικό Μάρκο (Deutsche Mark – DM). Οι Σοβιετικοί βρέθηκαν προ τετελεσμένων, στις 23 Ιούνη η Σοβιετική Στρατιωτική Διοίκηση (ΣΣΔ) προχώρησε και αυτή σε νομισματική μεταρρύθμιση, αντικαθιστώντας το ράιχσμαρκ με το ανατολικογερμανικό μάρκο.

Τη νομισματική μεταρρύθμιση ακολούθησε το δεύτερο και σημαντικότερο βήμα: Αυτό της δημιουργίας ξεχωριστού γερμανικού κράτους στις δυτικές ζώνες κατοχής. Στις 23 Μάη 1949 ιδρύθηκε η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας (ΟΔΓ). Επίσημα η δημιουργία ξεχωριστού κράτους από τις τρεις δυτικές ζώνες κατοχής είχε αποφασιστεί από τον Δεκέμβρη του 1947 στη Συνδιάσκεψη του Λονδίνου.

Στη Δυτική Γερμανία, καθώς αντιμετώπιζαν την ανατολική πλευρά ως κατακτημένη, χρησιμοποιούσαν τον όρο «απελευθέρωση» και όχι επανενοποίηση. Επίσης η καπιταλιστική Γερμανία, με την ανοχή των «Δυτικών», δεν αναγνώριζε ούτε τα νέα ευρωπαϊκά σύνορα που όριζε η Συνθήκη του Πότσνταμ. Συγκεκριμένα, δεν αναγνώριζε τα γερμανοπολωνικά σύνορα που είχαν μετακινηθεί προς τα δυτικά σε βάρος της προπολεμικής Γερμανίας έως τη γραμμή των ποταμών Οντερ και Νάισε. Η ΓΛΔ αναγνώριζε αυτά τα σύνορα, δηλαδή τη Συνθήκη του Πότσνταμ, γι’ αυτό και χαρακτηρίζονταν παράγοντας ειρήνης στον μεταπολεμικό κόσμο. Αντιθέτως η ΟΔΓ ρεβανσιστικά επιδίωκε να φτάσει στα προπολεμικά γερμανικά σύνορα του 1937.

Η ίδρυση της Γερμανικής Λαοκρατικής Δημοκρατίας

Στη σοβιετική ζώνη κατοχής τα βήματα για τη δημιουργία ξεχωριστού γερμανικού κράτους ακολουθούσαν με καθυστέρηση εκείνα που έγιναν στην «τριζωνία». Οκτώ μήνες αργότερα από την ΟΔΓ, στις 7 Οκτώβρη 1949, ιδρύθηκε η Γερμανική Λαοκρατική Δημοκρατία (ΓΛΔ). Στις 10 Οκτώβρη η εξουσία παραδόθηκε από τη Σοβιετική Στρατιωτική Διοίκηση στην κυβέρνηση της ΓΛΔ. Στις 11 Οκτώβρη ο Βίλχελμ Πικ εξελέγη πρώτος Πρόεδρος της ΓΛΔ. Οι Σοβιετικοί και οι Ανατολικογερμανοί πίεζαν σταθερά για την εφαρμογή του Πότσνταμ και τη μη διαίρεση της Γερμανίας. Στις 23 Μάη 1948 διατυπώνουν επίσημα την πρόταση για δημοψήφισμα όλων των Γερμανών, έτσι ώστε να πουν οι Γερμανοί τη γνώμη τους γι’ αυτό που ήδη είχε διακηρυχτεί στο Πότσνταμ, τη δημιουργία ενιαίας Γερμανίας. Οι ζώνες κατοχής των καπιταλιστικών κρατών αμέσως απαγόρευσαν το δημοψήφισμα στην επικράτειά τους. Από τη μεριά τους οι Ανατολικογερμανοί και οι Σοβιετικοί ακόμα και την ίδρυση της ΓΛΔ την έβλεπαν σαν πρώτο βήμα για τη δημιουργία της ενιαίας Γερμανίας. Για άλλη μια φορά το ΕΣΚΓ (Ενιαίο Σοσιαλιστικό Κόμμα Γερμανίας, το κόμμα που καθοδηγούσε τη σοσιαλιστική οικοδόμηση και το οποίο ιδρύθηκε στις 21 Απρίλη 1946, μετά από συνένωση του Κομμουνιστικού και του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος της ανατολικής ζώνης) ζήτησε το 1952 να εγκριθεί με δημοψήφισμα το αίτημα της ενιαίας Γερμανίας. Τα καπιταλιστικά κράτη όμως αντιστάθηκαν σθεναρά.

Το 1952 ο Στάλιν απέστειλε στον καγκελάριο της ΟΔΓ Κόνραντ Αντενάουερ μία διπλωματική νότα, με την οποία ζητούσε την επανένωση της Γερμανίας, σύμφωνα με τα υπογεγραμμένα στο Πότσνταμ: Απόσυρση όλων των ξένων στρατευμάτων από το γερμανικό έδαφος, απόδοση δημοκρατικών δικαιωμάτων και δημιουργία εθνικού στρατού του ενιαίου κράτους. Ο μοναδικός όρος για όλα αυτά ήταν η δήλωση ουδετερότητας της ενιαίας Γερμανίας. Ο Αντενάουερ μαζί με τους Αμερικανούς, τους Βρετανούς και τους Γάλλους συνέχισαν στην ίδια γραμμή, απορρίπτοντας όλες αυτές τις προτάσεις. Ο ίδιος ο Αντενάουερ ανοιχτά δήλωνε ότι προτιμούν να ελέγχουν εξολοκλήρου τη μισή Γερμανία παρά κατά το ήμισυ ολόκληρη τη Γερμανία.

Από την πλευρά των σοσιαλιστικών κρατών, η υπερεκτίμηση του μεταπολεμικού συσχετισμού δυνάμεων και αργότερα η κοινοβουλευτική αντίληψη για το πέρασμα από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό δημιούργησαν αυταπάτες για τη δυνατότητα να «τραβηχτεί» ειρηνικά η Δυτική Γερμανία στη σοσιαλιστική οικοδόμηση. Σε αυτό το πλαίσιο, η δημιουργία της ΓΛΔ είχε περισσότερο μεταβατικό χαρακτήρα, με σκοπό την ενιαία Γερμανία. Χαρακτηριστικό είναι ότι στο πρώτο Σύνταγμα της ΓΛΔ δεν ορίζεται ούτε ξεχωριστή σημαία ούτε εθνόσημο, αφού αυτά προβλέπονταν για την ενιαία Γερμανία. Η γνωστή σημαία της ΓΛΔ, με έμβλημα το σφυρί και το διαβήτη κυκλωμένα από στάχυ πάνω στη μαύρη – κόκκινη – κίτρινη ρίγα, καθιερώθηκε την 1η Οκτώβρη 1959, δέκα χρόνια ακριβώς μετά την ίδρυση της ΓΛΔ. Μέχρι το 1959 είχε ως σημαία εκείνη της προχιτλερικής Γερμανίας.

Στις 9 Μάη 1955 η ΟΔΓ μπήκε στο ΝΑΤΟ. Τα πράγματα πλέον ήταν ξεκάθαρα. Η ΟΔΓ ήταν πλέον προμαχώνας της αντιπαράθεσης του ιμπεριαλισμού με το σοσιαλισμό. Σε απάντηση στην προσχώρηση της ΟΔΓ στο ΝΑΤΟ και αφού η απειλή πλέον γιγαντώθηκε, στις 14 Μάη 1956 ιδρύθηκε από 8 ευρωπαϊκές σοσιαλιστικές χώρες η «Συνθήκη Φιλίας, Συνεργασίας και Αμοιβαίας Βοήθειας», γνωστή και ως Σύμφωνο της Βαρσοβίας, όπου προσχώρησε και η ΓΛΔ. Ενα χρόνο μετά την προσχώρηση της ΟΔΓ στο ΝΑΤΟ και δύο μήνες μετά την ίδρυση του στρατού της ΟΔΓ (Bundeswehr), ιδρύθηκε ο Εθνικός Λαϊκός Στρατός της ΓΛΔ (Nationale Volksarmee).

Ο Εριχ Χόνεκερ καταγράφει: «Ενώ στο πρώτο μισό της δεκαετίας του ’50 προσπαθήσαμε, σε συνεργασία με τις πατριωτικές δυνάμεις της ΟΔΓ και με πολλές απευθείας προτάσεις στον πρόεδρο της Ομοσπονδίας, στο Μπούντεσταγκ και στην Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση, να βρούμε δρόμους που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε μια δημοκρατική επανένωση της Γερμανίας, σ’ ένα φιλειρηνικό και προοδευτικό κράτος, λιγόστευαν με τον καιρό όλο και περισσότερο οι πιθανότητες για μια τέτοια προοπτική»3.

Συγκέντρωση αλληλεγγύης στη ΓΛΔ, προς τη σοσιαλιστική Κούβα από 4.000 Βερολινέζους εργάτες στις αρχές Δεκέμβρη του 1981

Η στρατηγική του ιμπεριαλισμού απέναντι στη ΓΛΔ

Τα καπιταλιστικά κράτη, με τις ΗΠΑ στην πρώτη γραμμή, επεξεργάστηκαν σχέδια για το πώς θα αντιμετωπίσουν τη νέα κατάσταση που δημιούργησε η απόσπαση μιας σειράς χωρών από το ιμπεριαλιστικό στρατόπεδο (Αλβανία, Βουλγαρία, Τσεχοσλοβακία, Ουγγαρία, Πολωνία, Ρουμανία, Γιουγκοσλαβία). Αρχικά έχοντας και το μονοπώλιο της ατομικής βόμβας, προσανατολίστηκαν στην πολιτική του «Roll-Back», δηλαδή της άμεσης επαναφοράς στον καπιταλισμό. Ειδικά στο έδαφος της ΓΛΔ, η πολιτική του «Roll-Back» στόχευε αρχικά στην υπονόμευση της προσπάθειας οργάνωσης της διαλυμένης από τον πόλεμο παραγωγικής βάσης της χώρας. Στις περισσότερες περιπτώσεις υπονόμευσης και σαμποτάζ οι οποίες αποκαλύφθηκαν στη ΓΛΔ, υπήρχε άμεσος σύνδεσμος με τις μυστικές υπηρεσίες και τις οργανώσεις πρακτόρων στην ΟΔΓ και στο Δυτικό Βερολίνο. Αυτό ισχύει για τα μεγάλης έκτασης σαμποτάζ στη σαξονική κλωστοϋφαντουργία (1949), στα έργα της εταιρείας «Solvay» στη Σαξονία (1952), στην αγροτική παραγωγή της περιοχής Kreis Wittstock (1953), στο Μηχανοτρακτερικό Σταθμό στο Brusewitz (1953), στην τσιμεντοποιία του Goschwitz και στην επιχείρηση συσκευών μέτρησης στο Zwonitz (1953). Η υπονόμευση καθώς και τα σαμποτάζ εναντίον της κοινωνικοποιημένης βιομηχανίας και του οικονομικού σχεδίου κυριάρχησαν αρχικά στα χρόνια μεταξύ του 1949 και του 1955, και στη συνέχεια – ειδικά το 1958 – επικεντρώθηκαν στον πόλεμο εναντίον της σοσιαλιστικής αναδιάρθρωσης της αγροτικής οικονομίας στη ΓΛΔ. Τη δράση των δικτύων κατασκοπείας και δολιοφθοράς θα τη δούμε πιο αναλυτικά παρακάτω αναφορικά με την περιοχή του Δυτικού Βερολίνου.

Οι Γερμανοί κομμουνιστές, με μεγάλη πείρα και οργανωτικότητα, με διεθνισμό και σε σύνδεση με τις λαϊκές μάζες, κατάφεραν να ηγηθούν στην οργάνωση της εργατικής τάξης και στην εφαρμογή των πρώτων μέτρων της εργατικής εξουσίας. Η οικοδόμηση των σοσιαλιστικών σχέσεων παραγωγής στη ΓΛΔ, η διαμόρφωση νέας συνείδησης απέναντι στην παραγωγή, είχε επιπρόσθετες δυσκολίες και απαιτήσεις. Η ίδια η πρώτη ώθηση για τη σοσιαλιστική οικοδόμηση δόθηκε από την παρουσία εκεί του Κόκκινου Στρατού, που είχε συντρίψει τη ναζιστική Βέρμαχτ. Η Ανατολική Γερμανία ήταν το πιο φτωχό προπολεμικά αλλά και το περισσότερο κατεστραμμένο από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο τμήμα της Γερμανίας. Η βιομηχανία της προπολεμικά λειτουργούσε με πρώτες ύλες που προέρχονταν από τα δυτικά της χώρας. Σε αυτές τις πρώτες ύλες έγινε εμπάργκο από την ΟΔΓ. Το «ενδογερμανικό» εμπόριο μέχρι το 1950 δεν ξεπέρασε ποτέ το 10% του προπολεμικού επιπέδου μεταξύ των δύο περιοχών. Το καλοκαίρι του 1950 η κυβέρνηση της ΟΔΓ απαγόρευσε τις συμφωνηθείσες μεταφορές λευκοσίδηρου και ελασμάτων στη ΓΛΔ. Εμπάργκο επέβαλαν και τα υπόλοιπα δυτικά καπιταλιστικά κράτη. Μάλιστα συγκρότησαν μια λίστα με κρίσιμες πρώτες ύλες, γνωστή ως «λίστα CoCom»4, για τις οποίες υπήρχε απαγόρευση πώλησης προς τη ΓΛΔ και τις άλλες σοσιαλιστικές χώρες.

Η ΓΛΔ επωμίστηκε το κόστος πολεμικών επανορθώσεων, ενώ την ίδια στιγμή η ΕΣΣΔ δεν μπορούσε να τη βοηθήσει οικονομικά, καθώς και η ίδια είχε υποστεί τεράστιες καταστροφές από τον πόλεμο. Η Δυτική Γερμανία από την πρώτη στιγμή στηρίχθηκε με ποταμούς εφοδίων, μέσω του Σχεδίου Μάρσαλ και με συσσωρευμένα κεφάλαια των ΗΠΑ που βρήκαν εκεί διέξοδο. Με την απόφαση της Διάσκεψης του Λονδίνου, στις 27 Φλεβάρη 1953, ουσιαστικά οι Δυτικοί απάλλαξαν την ΟΔΓ από τις πολεμικές αποζημιώσεις, προκειμένου να πετύχει ταχύτατα τη μεταπολεμική καπιταλιστική ανόρθωση και να αποτελέσει τον πολιορκητικό κριό απέναντι στη ΓΛΔ και το σοσιαλιστικό σύστημα.

Ειδικά όσον αφορά το Δυτικό Βερολίνο, το διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα έδωσε μεγάλο βάρος στην ανοικοδόμησή του και στην οικονομική του ευμάρεια. Τα ανύπαρκτα σύνορα δημιουργούσαν συνεχή οικονομική αιμορραγία στη ΓΛΔ. Οι καταναλωτές και οι επιχειρήσεις του Δυτικού Βερολίνου μπορούσαν ανενόχλητοι να αγοράζουν τα πολύ φθηνά και επιδοτούμενα από το κράτος ανατολικογερμανικά προϊόντα5, να οργανώνουν μαύρη αγορά συναλλάγματος. Στην πράξη, στην πόλη κυκλοφορούσαν δύο νομίσματα. Είναι γεγονός ότι η αιμορραγία αφορούσε και το ειδικευμένο και επιστημονικά καταρτισμένο δυναμικό. Νέοι που σπούδαζαν δωρεάν στη ΓΛΔ και είχαν όλες τις παροχές σε λαϊκή κατοικία, υγεία, πολιτισμό, αποφάσιζαν για πρόσκαιρα οικονομικά οφέλη να πουλάνε την εργατική τους δύναμη στο Δυτικό Βερολίνο.

Είναι προφανές ότι αυτό το καθεστώς λειτουργούσε υπονομευτικά στις προσπάθειες παραγωγικής ανοικοδόμησης της ΓΛΔ. Μία παρόμοια κατάσταση θα δημιουργούσε τεράστιο πρόβλημα ακόμα και αν προέκυπτε μεταξύ δύο καπιταλιστικών οικονομιών.

Οπωσδήποτε είναι ζήτημα για παραπέρα έρευνα η λειτουργία του κοινωνικοποιημένου τομέα της παραγωγής στη ΓΛΔ και η έκταση αυτού του τομέα. Σίγουρα είχαν γίνει μεγάλα βήματα με την κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής της μεγάλης βιομηχανίας και άλλων μεγάλων ιδιοκτησιών που ανήκαν στα στελέχη των ναζί. Η μετατροπή τους σε λαϊκή περιουσία έβαλε τις βάσεις για τη δημιουργία κοινωνικών υποδομών σε δωρεάν Υγεία, Παιδεία, ανάπαυση κ.λπ. Ομως την ίδια στιγμή υπήρχε και εκτεταμένη παραγωγή από μικρούς και μεσαίους ιδιοκτήτες στη γεωργία, αλλά και στη βιοτεχνική και βιομηχανική παραγωγή. Ολα αυτά τα στοιχεία δυσκόλευαν τον κεντρικό σχεδιασμό, στήριζαν τις δυνάμεις της καπιταλιστικής παλινόρθωσης.

Την ίδια στιγμή, η συμμαχία των καπιταλιστικών κρατών έκανε εκτεταμένη ιδεολογική – προπαγανδιστική παρέμβαση. Γι’ αυτόν το σκοπό είχαν διαθέσει στελέχη πρώτης γραμμής. Για παράδειγμα, ο Αμερικανός Τζον Μακλόι, πρώην πρόεδρος της Παγκόσμιας Τράπεζας, το Φλεβάρη του 1950 σύστησε την Επιτροπή Πολιτικού και Οικονομικού Σχεδίου (Political and Economic Projects Committee – PEPCO). Η PEPCO έθετε ως στόχο της αμερικανικής πολιτικής εναντίον της ΓΛΔ την παρακίνηση του πληθυσμού σε παθητική αντίσταση, την προώθηση της πίστης στις δυτικές αξίες και στους δυτικούς θεσμούς, την προβολή των «σοβιετικών μέτρων καταπίεσης».

Ολες οι αστικές πολιτικές δυνάμεις στόχευαν στην καπιταλιστική παλινόρθωση στη ΓΛΔ. Σε αυτήν τη δράση είχε σημαντικό ρόλο και το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα Γερμανίας (SPD), το οποίο είχε τη μεγαλύτερη δυνατότητα διείσδυσης εντός της ΓΛΔ αλλά και εντός του ΕΣΚΓ, που ηγούνταν στη σοσιαλιστική οικοδόμηση. Το SPD είχε και ειδική οργανωτική δομή, «Ανατολικό Γραφείο» (Ostburo), για την οπορτουνιστική διάβρωση της ΓΛΔ.

Ο Helmut Barwald, πρώην ηγετικό στέλεχος του SPD και του «Ανατολικού Γραφείου», γράφει στο βιβλίο του «Το Ανατολικό Γραφείο του SPD»:

«Οχι από την αρχή, αλλά το αργότερο από το τέλος του 1946 ανατέθηκαν στο Ανατολικό Γραφείο από το προεδρείο του κόμματος έξι καθήκοντα:

  1. Επαφές του SPD με σοσιαλδημοκράτες στη σοβιετική ζώνη κατοχής – ΓΛΔ και οργάνωση των σοσιαλδημοκρατών και των σοσιαλδημοκρατικών ομάδων, οι οποίες αντιστέκονται στη βία και την αυθαιρεσία στη ΣΖΚ/ΓΛΔ (…) Ανάμεσα σε αυτούς βρίσκονται και κάποιοι κομμουνιστές, οι οποίοι στέκονται αντιπολιτευτικά στην ηγεσία του ΕΣΚΓ και την πολιτική της στο κόμμα και το κράτος, στην εσωκομματική λειτουργία.
  2. Προμήθεια, συγκέντρωση, αξιοποίηση και εκμετάλλευση πληροφοριών για τη θέση και την ανάπτυξη στη ΣΖΚ/ΓΛΔ (…)
  3. Διαφωτιστική δουλειά μέσα στο ΕΣΚΓ και άλλες πολιτικές και κοινωνικές οργανώσεις μέσα στη ΣΖΚ/ΓΛΔ.
  4. Εκδοση πληροφοριών και αναλύσεων για τη θέση και ανάπτυξη στη ΣΖΚ/ΓΛΔ στη δημοσιότητα, στους πολιτικούς θεσμούς και τον κρατικό μηχανισμό της ΟΔΓ και τη Δύση.
  5. Παρατήρηση, ανάλυση και άμυνα απέναντι στις δράσεις των μυστικών υπηρεσιών της Σοβιετικής Ενωσης, της ΓΛΔ και άλλων χωρών του ανατολικού μπλοκ και των μηχανισμών “δουλειάς στη Δύση” του κράτους, του ΕΣΚΓ και της Σοβιετικής Ενωσης (…)
  6. Επανεξέταση και περίθαλψη των προσφύγων από τη ΣΖΚ/ΓΛΔ μέσω του κέντρου περίθαλψης των προσφύγων “Ανατολή”, περίθαλψη πολιτικών κρατουμένων, των οικογενειών και συνεργατών τους…»6.

Η προσπάθεια διείσδυσης και αντεπαναστατικής ανατροπής στη ΓΛΔ και στις άλλες χώρες της σοσιαλιστικής οικοδόμησης πήρε τη μορφή της προσέγγισης, της επίδρασης από τα μέσα. Στα γερμανικά πράγματα ονομάστηκε από την πλευρά της ΟΔΓ «Neue Ostpolitik» (Νέα Ανατολική Πολιτική) και εγκαινιάστηκε από τον Σοσιαλδημοκράτη καγκελάριο και πρώην δήμαρχο του Δυτικού Βερολίνου, Βίλι Μπραντ.

Στην αλλαγή πλεύσης των ιμπεριαλιστών, από την άμεση επέμβαση στην από τα μέσα παρέμβαση, συντέλεσε οπωσδήποτε η αποτυχία των προσπαθειών στρατιωτικής αποσταθεροποίησης και ανατροπής. Ομως σημαντικότερο γεγονός που συντέλεσε στην αλλαγή πλεύσης της καπιταλιστικής συμμαχίας ήταν η ισχυροποίηση αναθεωρητικών τάσεων και οπορτουνιστικών παρεκκλίσεων στο εσωτερικό του κομμουνιστικού κινήματος και του σοσιαλιστικού συστήματος7, με τις αποφάσεις και την πολιτική γραμμή που ακολούθησε το 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ το 1956, το οποίο, στο όνομα της «αποσταλινοποίησης» και της «ειρηνικής συνύπαρξης», έκανε μια σειρά υποχωρήσεων από την επαναστατική γραμμή.

Η αντικομμουνιστική μανία που προβάλλεται στη Γερμανία ολόκληρο το έτος κορυφώνεται στις 9 Νοέμβρη

Το Δυτικό Βερολίνο και το τείχος

Οταν το ανατολικό τμήμα του Βερολίνου έγινε πρωτεύουσα της ΓΛΔ το Δυτικό συνέχιζε να αποτελεί θύλακα της ΟΔΓ και του ΝΑΤΟ μέσα στο έδαφος της ΓΛΔ. Στην αρχή οι προτάσεις της ΕΣΣΔ και της ΓΛΔ ήταν να γίνει το Δυτικό Βερολίνο αυτοδιοικούμενη και αποστρατιωτικοποιημένη ζώνη, που φυσικά δεν έγινε.

Το Δυτικό Βερολίνο, με ευθύνη της δυτικογερμανικής κυβέρνησης και με την ισχύ των στρατευμάτων ΗΠΑ, Αγγλίας, Γαλλίας, συνδέθηκε όλο και περισσότερο με την ΟΔΓ, αυτό κατοχυρώθηκε και στο άρθρο 23 του Συντάγματος της ΟΔΓ. Η ΟΔΓ από το 1950 έθεσε σε εφαρμογή μεγάλο πρόγραμμα για την ενίσχυση της πολιτικής παρουσίας της στο Δυτικό Βερολίνο με ενέργειες όπως: Διεξαγωγή εκλογών για Πρόεδρο της ΟΔΓ (1954), συνεδριάσεις του γερμανικού Κοινοβουλίου και του υπουργικού συμβουλίου της ΟΔΓ, όλα αυτά φυσικά από πολιτική σκοπιμότητα και για άνοδο της έντασης. Η έδρα της κυβέρνησης της ΟΔΓ ήταν η Βόννη, όμως μετέφερε στο Δυτικό Βερολίνο την έδρα διαφόρων κρατικών οργανισμών και προχώρησε στον εποικισμό με 20.000 δημοσίους υπαλλήλους, αριθμό μεγαλύτερο από εκείνο που υπήρχε στην πρωτεύουσα Βόννη εκείνη την εποχή8.Φυσικά εδώ εγκαταστάθηκαν και έδρασαν οι μυστικές υπηρεσίες της Γερμανίας, η BND, που αναδιοργανώθηκε από τη CIA και αξιοποίησε και την πείρα του χιτλερισμού. Είναι χαρακτηριστικό ότι πρώτος επικεφαλής της BND ήταν ο χιτλερικός στρατηγός και κατηγορούμενος για εγκλήματα πολέμου (για τα οποία δεν λογοδότησε ποτέ) Ράινχαρτ Γκέλεν. Αρχικά αυτή η μυστική οργάνωση λεγόταν «Οργάνωση Γκέλεν». Ο Γκέλεν στην περίοδο του πολέμου ήταν επικεφαλής των χιτλερικών μυστικών υπηρεσιών στο Ανατολικό Μέτωπο. Αξίζει να σημειωθεί και ο ρόλος των σοσιαλδημοκρατών στην υπονόμευση της ΓΛΔ. Ο Γκέλεν καταγράφει στο «Αναμνήσεις 1942 – 1971» ένα διάλογο με τον πρόεδρο των σοσιαλδημοκρατών Kurt Schumacher: «Είχα την καλή αίσθηση ότι σε όλα τα σημαντικά σημεία μπορούσε να επιτευχθεί συμφωνία με τον Kurt Schumacher. Εν τέλει με διαβεβαίωσε ότι το SPD θα στήριζε τη δουλειά της οργάνωσης (εννοεί το στήσιμο της BND)»9. Ο ρόλος των σοσιαλδημοκρατών δεν είναι κάτι το καινούριο. Το κριτήριό τους διαχρονικά είναι η στήριξη της ατομικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής και γενικότερα η θωράκιση και διαιώνιση της κυριαρχίας του καπιταλισμού.

Ο εγκληματίας Γκέλεν με την καθοδήγηση της CIA πλέον οργάνωσε στο Δυτικό Βερολίνο περίπου 80 οργανώσεις κατασκοπείας και δολιοφθοράς. Πολλές από αυτές τις οργανώσεις είχαν την κάλυψη πολιτιστικών, ανθρωπιστικών ή άλλων συλλόγων. Κάποιες από αυτές ήταν η «Ομάδα Μάχης κατά της Απανθρωπιάς» (KgU), ο «Σύνδεσμος Γερμανικής Νεολαίας», η «Εργατική Κοινότητα 13 Αυγούστου», η «Επιτροπή Ερευνών Ελεύθερων Δικηγόρων» κ.λπ. Πολλές από αυτές δημιουργήθηκαν στο πλαίσιο του γνωστού σχεδίου του ΝΑΤΟ «Stay Behind», το οποίο ήταν ένας πολυπλόκαμος μυστικός μηχανισμός στήριξης, χρηματοδότησης και εξοπλισμού τρομοκρατικών οργανώσεων.

Στις 25 Σεπτέμβρη 2007, η εφημερίδα «Tageszeitung» είχε ένα πλούσιο σε συμπεράσματα άρθρο με τίτλο: «Η ΒΝD είχε 10.000 πράκτορες στη ΓΛΔ». Σήμερα τα κατορθώματα και η δράση αυτών των τρομοκρατικών οργανώσεων παρουσιάζονται πλέον δημόσια. Ενδιαφέρον έχουν τα όσα ακούστηκαν σε διάλεξη στο Μουσείο Κατασκοπείας στο Βερολίνο στις 28 Μάρτη 2019. Σύμφωνα με την περίληψη που δημοσιεύει η ιστοσελίδα του Μουσείου: Ο 87χρονος Βέρνερ Μπορκ μετέφερε από πρώτο χέρι τη γνώση και την εμπειρία του. Στα τέλη της δεκαετίας του 1940 και στις αρχές της δεκαετίας του 1950, ο Μπορκ δραστηριοποιήθηκε στην ομάδα με το αθώο όνομα «Νεολαία του Βερντεράνερ» (Werderaner Jugend), μια «ομάδα αντίστασης» στη Σοβιετική Ζώνη και στην πρώιμη Ανατολική Γερμανία. Ο Μπορκ και η ομάδα του δραστηριοποιούνταν ενάντια στη ΓΛΔ κυρίως στον τομέα της προπαγάνδας, ρίχνοντας φυλλάδια. Η ομάδα του Μπορκ είχε επαφή με την αντικομμουνιστική KgU και καθοδήγηση από τον «Οργανισμό Γκέλεν». Ο τελευταίος τούς έδινε πακέτα στήριξης, προπαγανδιστική υποστήριξη, ψεύτικα διαβατήρια και πληροφορίες. Σύμφωνα με τον Μπορκ, ήταν έκδηλη η φιλοχιτλερική προπαγάνδα, κάτι που έφερε τον ίδιο σε αντίθεση με τους ιθύνοντες του Οργανισμού. Ο Μπορκ πιστοποιεί πως ο ίδιος και πολλά από τα μέλη της οργάνωσής του συνδέθηκαν με την CIC (σώμα στρατιωτικής αντικατασκοπείας των ΗΠΑ). Στην ουσία πολλοί, ιδίως νεαροί ακόμα και ανήλικοι, με την καθοδήγηση της CIC, που είχε τις δικές της στοχεύσεις, αξιοποιήθηκαν ως αναλώσιμο υλικό σε παράτολμες ενέργειες. Με λίγα λόγια, δίπλα στους καλοπληρωμένους και εκπαιδευμένους πράκτορες υπήρξαν και οι αναλώσιμοι «χρήσιμοι ηλίθιοι». Επίσης, υπήρχε μεγάλη ομάδα από χιλιάδες έμπιστους (V- Personen) των δυτικών μυστικών υπηρεσιών που παρακολουθούσαν στρατιωτικές εγκαταστάσεις στη Σοβιετική Ζώνη και στη συνέχεια στη ΓΛΔ10.

Στις 17 Ιούνη 1953 η αντεπαναστατική δραστηριότητα κορυφώθηκε σε απόπειρα αντεπαναστατικού πραξικοπήματος. Το πραξικόπημα αντιμετωπίστηκε από τις αρχές ασφαλείας της ΓΛΔ με τη βοήθεια και των σοβιετικών στρατευμάτων. Το πραξικόπημα αποτέλεσε εφαρμογή του σχεδίου της ΟΔΓ και του ΝΑΤΟ για τη λεγόμενη «Μέρα Χ», δηλαδή για την κατάκτηση της ΓΛΔ και την ανατροπή της πορείας σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Σε δηλώσεις τους κρατικά στελέχη της ΟΔΓ και ο αστικός Τύπος προϊδέαζαν για τη «Μέρα Χ». Σίγουρα η εκδήλωση του πραξικοπήματος αξιοποίησε και υπαρκτές δυσαρέσκειες σε τμήματα του λαού και της εργατικής τάξης της ΓΛΔ. Εκείνες τις μέρες είχε ξεσπάσει μια απεργία που αξιοποιήθηκε από τους πραξικοπηματίες.

Το να παραμένει ανοχύρωτη η ΓΛΔ προκαλούσε κινδύνους έντασης της υπονόμευσης, ακόμα και γενικότερης εμπλοκής και θερμών επεισοδίων.

Τα πρώτα χρόνια, μεταξύ των δύο τμημάτων της πόλης, ουσιαστικά μεταξύ δύο διαφορετικών κρατών και με διαφορετικό κοινωνικοοικονομικό σύστημα, υπήρχε ελευθερία μετακίνησης. Δεν υπήρχαν επαρκής φύλαξη και έλεγχος. Καθημερινά μισό εκατομμύριο άτομα μετακινούνταν μεταξύ Ανατολικού και Δυτικού Βερολίνου, ανάμεσά τους και χιλιάδες πράκτορες των μυστικών υπηρεσιών.

Το Μάρτη του 1961 το δυτικογερμανικό στρατιωτικό περιοδικό «Wehrwissenschaftliche Rundschau» διακηρύσσει ανοιχτά τα σχέδια της ΟΔΓ: «Επειδή έχουν εξαντληθεί τα περιθώρια της Δύσης για απώθηση της Ανατολής, μας μένει μόνο η δυνατότητα της βίαιης αλλαγής του status quo»11. Λίγες μέρες μετά, ο Δυτικογερμανός υπουργός Ερνστ Λέμερ έσπευσε στο Δυτικό Βερολίνο για να κατευθύνει τη διεξαγωγή του ψυχολογικού πολέμου. Ταυτόχρονα σαμποτέρ έβαλαν φωτιές σε εγκαταστάσεις του Ανατολικού Βερολίνου, στο σταθμό του ηλεκτρικού της πόλης, στη λεωφόρο Λένιν και στο Πανεπιστήμιο Χούμπολτ. Μόνο τον Ιούλη, τον τελευταίο μήνα πριν από την ανέγερση του τείχους, υπήρξαν 105 προκλήσεις στα όρια μεταξύ Ανατολικού και Δυτικού Βερολίνου. Τα στρατεύματα του ΝΑΤΟ στην Κεντρική Ευρώπη τέθηκαν σε κατάσταση συναγερμού και τα δυτικά τανκς πέρασαν την Πύλη του Βρανδεμβούργου, μπαίνοντας στο έδαφος της ΓΛΔ.

Ολα τα παραπάνω αναδεικνύουν ποιοι λόγοι επέβαλαν ως αυτονόητη αναγκαιότητα τη φύλαξη των συνόρων και αυτό εξασφάλιζε το χτίσιμο του τείχους. Την Κυριακή 13 Αυγούστου 1961 ξεκίνησε η ανέγερσή του και τη Δευτέρα 14 Αυγούστου τα σύνορα είχαν ασφαλιστεί. Ηταν μια πολύπλοκη επιχείρηση που έγινε αποκλειστικά από τις δυνάμεις της ΓΛΔ, με ιδεολογικοπολιτική προετοιμασία των εργατών των εργοστασίων, κινητοποίηση των τμημάτων του Λαϊκού Στρατού και των εξοπλισμένων εργατών της βιομηχανίας. Απ’ όσο φαίνεται οι ΝΑΤΟικές δυνάμεις στο Δυτικό Βερολίνο ξαφνιάστηκαν, αλλά το τείχος χτίστηκε στο έδαφος της ΓΛΔ και δεν μπορούσε να προκαλέσει κανένα πρόσχημα για επέμβαση του ΝΑΤΟ. Ούτε από τις δυτικογερμανικές αρχές υπήρξε εκείνη την περίοδο έντονη αντίδραση12.

Η ανέγερση του τείχους βεβαίως και προκάλεσε προβλήματα σε οικογενειακό επίπεδο (περιορισμός δυνατότητας επίσκεψης για ένα διάστημα κ.λπ.), αυτά όμως αποτελούσαν άμεση συνέπεια της εξωτερικής καπιταλιστικής επιθετικότητας, η οποία ανοιχτά μιλούσε ακόμα για τη «Μέρα Χ», για τη μέρα δηλαδή εισβολής και ανατροπής του συστήματος ενός ανεξάρτητου κράτους. Οποιοσδήποτε ξεχνάει αυτά τα στοιχειώδη και προβάλλει σε πρώτο πλάνο τις δυσκολίες επαφών μεταξύ συγγενών και φίλων, πέρα και έξω από τα πραγματικά αίτια και την ουσία των γεγονότων, κάνει σοβαρή ιστορική λαθροχειρία.

Αφού είχε εξασφαλίσει το αυτονόητο, τη διακριτή κρατική επικράτεια, η ΓΛΔ εδραίωσε την κυριαρχία της και δημιούργησε πιο ευνοϊκούς όρους για το σχεδιασμό και την οικοδόμηση της σοσιαλιστικής οικονομίας και κοινωνίας.

Η ασφάλιση των συνόρων της ΓΛΔ έδωσε πλεονεκτήματα και στη διεθνή παρουσία της χώρας, στη γενική αναγνώριση των συνόρων της και από την ΟΔΓ, όπως επίσης και των πολωνικών συνόρων. Το Σεπτέμβρη του 1972 η ΓΛΔ έγινε παμψηφεί δεκτή ως μέλος του ΟΗΕ. Ενώ το Δεκέμβρη του ίδιου έτους και η ΟΔΓ αναγνώρισε τα σύνορα της ΓΛΔ. Το διεθνές καπιταλιστικό σύστημα ποτέ δεν παραιτήθηκε από την ανατροπή της σοσιαλιστικής οικοδόμησης και τελικά πέτυχε προσωρινή, με την έννοια του ιστορικού χρόνου, νίκη. Ομως, η ύπαρξη της ΓΛΔ ήταν μια πραγματικότητα διεθνώς αναγνωρισμένη, με σχέσεις με όλες τις χώρες του κόσμου. Εχει και αυτό τη σημασία του από την άποψη ότι τα όσα τερατώδη αναπαράγονται από τα αστικά ΜΜΕ αποτελούν ανασκευή μιας διεθνώς αναγνωρισμένης πραγματικότητας από τους ίδιους τους αστούς, στο πλαίσιο βεβαίως ενός νέου διεθνούς συσχετισμού δυνάμεων.

Η πορεία της σύγκρουσης καπιταλισμού – σοσιαλισμού διεθνώς και στη ΓΛΔ καθόρισε και την τύχη του τείχους. Ενοποιημένη Γερμανία θα μπορούσε να υπάρξει ή με τη νίκη του σοσιαλισμού σε όλη τη Γερμανία, που αυτό θα σήμαινε πρόοδο, ή με την καπιταλιστική παλινόρθωση και την ιστορική οπισθοδρόμηση, όπως και έγινε.

Η πορεία της ΓΛΔ προς την αντεπανάσταση καθορίστηκε από τις εσωτερικές εξελίξεις στη χώρα αλλά και από την αντεπαναστατική πορεία της ΕΣΣΔ. Η καπιταλιστική παλινόρθωση στη ΓΛΔ και η ενοποίηση με την ΟΔΓ είναι ιδιαίτερα διδακτικές καθώς σε σύντομο χρονικό διάστημα η λαϊκή περιουσία αρπάχτηκε και αποδόθηκε στους καπιταλιστές βιομηχάνους, ανάμεσά τους και συνεργάτες των ναζί. Την ίδια στιγμή, οι ηγέτες της ΓΛΔ κλείστηκαν στις φυλακές, ο Εριχ Χόνεκερ βρέθηκε στη φυλακή του Μόαμπιτ, όπου είχε φυλακιστεί για μια δεκαετία (1935 – 1945) από τους ναζί. Μια άλλη ηγετική μορφή, ο στρατηγός Χάινς Κέσλερ, ανάμεσα στα διάφορα χαλκευμένα για τα οποία κατηγορήθηκε, είναι και για το εξής γεγονός, ότι το 1941 αυτομόλησε από τη ναζιστική Βέρμαχτ και πέρασε στις γραμμές του Κόκκινου Στρατού. Μάλιστα, κατηγορήθηκε ότι πριν από 50 χρόνια είχε πυροβολήσει ενάντια στο χιτλερικό στρατό.

Στην ουσία στο στόχαστρο της γερμανικής αστικής Δικαιοσύνης και της αντικομμουνιστικής ιστοριογραφίας βρίσκεται η πάλη για την κατάργηση της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, για το σοσιαλισμό, ο διεθνισμός της εργατικής τάξης γι’ αυτόν το σκοπό.

Παραπομπές:

  1. ΝΑ RG 59: Department of State, Dec. Files 740.000 119 Control (Germany) 9-1546. Αναφορά στο Βadstubner, R.: «Vom “Reich” zum doppelten Deutschland, Gesellschaft und Politik im Umbruch», Dietz, Βερολίνο, 1999, σελ. 132.
  2. Χρήστου Μπαλωμένου: «Η παγκόσμια σύγκρουση μεταξύ σοσιαλισμού και καπιταλισμού όπως εκφράστηκε στη ΓΛΔ και στο Βερολίνο», ΚΟΜΕΠ, τεύχος 1/2010.
  3. Εριχ Χόνεκερ, «Από τη ζωή μου», Εκδόσεις «Ειρήνη», σελ. 202.
  4. Η CoCom ιδρύθηκε το 1947 με σκοπό να επιβάλει εμπάργκο στις σοσιαλιστικές χώρες. Αποτελούνταν από 17 χώρες – μέλη (μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα) και αρκετές συνεργαζόμενες. Η επιτροπή αυτή είχε φτιάξει μία λίστα, η οποία ανανεωνόταν συνεχώς. Η λίστα CoCom περιλάμβανε όλα τα προϊόντα, τα οποία απαγορευόταν να εξαχθούν στις σοσιαλιστικές χώρες. Σκοπός της CoCom ήταν να στραγγαλιστεί οικονομικά η ΓΛΔ, ιδιαίτερα στα πρώτα της βήματα, όπου και η δική της παραγωγική μηχανή αλλά και της ΕΣΣΔ ήταν αποδιοργανωμένες.
  5. Υπάρχουν ακόμα και μαρτυρίες πρακτόρων οι οποίοι αγόραζαν πολλά προϊόντα από τα φθηνά ανατολικογερμανικά καταστήματα και απλά τα πετούσαν στον ποταμό Σπρέε.
  6. Βarwald H.: «Das Ostburo der SPD», Krefeld, 1991, σελ. 28-29.
  7. Χρήστου Μπαλωμένου: «Η παγκόσμια σύγκρουση μεταξύ σοσιαλισμού και καπιταλισμού όπως εκφράστηκε στη ΓΛΔ και στο Βερολίνο», ΚΟΜΕΠ, τεύχος 1/2010.
  8. ΜΣΕ, τόμ. 5 σελ. 269-271
  9. Βarwald H.: «Das Ostburo der SPD», Krefeld, 1991, σελ. 52-53.
  10. https://www.deutsches-spionagemuseum.de/2019/04/02/rueckblick-bnd-vs-ddr/
  11. Doernberg S., Kohler F.: «Sturmglocken der Weltgeschichte», Urania Verlag, Λειψία, 1984, σελ. 177.
  12. Βλ. Βίλλυ Μπραντ (Βάσος Μαθιόπουλος: επιμ.), «Μια ζωή αγώνες», εκδ. ΔΟΛ, 1999 σελ. 43-44.

* Μέλος του Τμήματος Ιστορίας της ΚΕ του ΚΚΕ

Από τον Ριζοσπάστη (εκφραστικό όργανο της Κ.Ε. του ΚΚ Ελλάδας)

Σας άρεσε το άρθρο; Διαδώστε το: